Τα τελευταία χρόνια γνωρίζουμε όλοι μας πως η χώρα μας βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, γεγονός που έχει αντίκτυπο σε πάρα πολλές διαστάσεις της καθημερινής ζωής καθώς και σε δημόσιους οργανισμούς, επιχειρήσεις και φορείς.
Μια σκληρή και δύσκολη πραγματικότητα, όπως αυτή της τελευταίας δεκαετίας, δυστυχώς είχε επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας, η χρηματοδότηση της οποίας υπέστη ελεύθερη πτώση μετά από σειρά αλλεπάλληλων και δραστικών μειώσεών της. Βέβαια, η παραπάνω συνέπεια της κρίσης έχει ιδιαίτερα ισχυρό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των φοιτητών αλλά και στις υπηρεσίες που τους παρέχονται είτε αυτές αφορούν το διδακτικό έργο είτε τις υποδομές. Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το διαπιστώνουν οι φοιτητές, το γνωρίζουν οι καθηγητές κι έχει γνωστοποιηθεί προς την κοινωνία και την Πολιτεία ουκ ολίγες φορές από τους παραπάνω αλλά και δια στόματος του κ. Πρύτανη.
Καταρχάς, το ΑΠΘ αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες όσον αφορά την εξυπηρέτηση των αρκετών χιλιάδων φοιτητών που διαθέτει κι αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι η «καθαρή μείωση του προσωπικού αλλά και η γήρανση του» όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο κ. Κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την μειωμένη απόδοση του διδακτικού προσωπικού αλλά και τον ενδεχόμενο περιορισμό σε ύλη και αριθμό μαθημάτων στα διάφορα τμήματα. Ακόμη, η υλικοτεχνική υποδομή σε πολλές περιπτώσεις είναι απαρχαιωμένη καθώς τα όργανα που χρησιμοποιούνται ανήκουν σε άλλες εποχές και κάποια από αυτά ίσως να μπορούν να σταθούν κι ως μουσειακά εκθέματα! Επιπλέον, ο αριθμός των εστιών δεν επαρκεί ώστε να καλύψει τις ανάγκες για στέγαση όσων φοιτητών πραγματικά το δικαιούνται. Μια ακόμη συνέπεια της υποχρηματοδότησης είναι η μείωση του αριθμού αλλά και του ύψους των υποτροφιών που το πανεπιστήμιο προσφέρει, με αποτέλεσμα η αξιοποίηση τους από τους φοιτητές να μην τους προσφέρει τον βαθμό διευκόλυνσης που αρμόζει. Τέλος, το μέγεθος του προβλήματος καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι προβλήματα χρηματοδότησης αντιμετωπίζουν ακόμη και οι πανεπιστημιακές ομάδες αφού ο πόρος του ΤΣΜΕΔΕ, δηλαδή εκείνο το μικρό ποσοστό από τις μελέτες και τα έργα που γινόταν στην Ελλάδα και αποδιδόταν παλαιότερα στις πολυτεχνικές σχολές της χώρας για τη μόρφωση των μηχανικών δυστυχώς κόπηκε.
Είναι εμφανές το γεγονός ότι η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το ΑΠΘ λόγω της υποχρηματοδότησης είναι ιδιαίτερα δύσκολη και χρήζει αντιμετώπισης. Τι θα μπορούσε όμως να γίνει γι’αυτό; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με το νέο κρατικό προϋπολογισμό που έφερε και υπερψήφισε στη Βουλή δεν προσφέρει κάποιου είδους λύση στο παραπάνω φλέγον θέμα και παγιώνει ουσιαστικά τα προβλήματα που ήδη υπάρχουν με κίνδυνο επιδείνωσής τους. Η εξέλιξη αυτή, φυσικά, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μια κανονικότητα στο μέλλον και προφανώς η αύξηση της χρηματοδότησης είναι η πραγματική λύση στο πρόβλημα. Ωστόσο, βάσει αυτής το Πανεπιστήμιο καλείται να μεριμνήσει ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο τις ελλείψεις σε όλα, αν είναι δυνατόν, τα επίπεδα. Σε αυτή του την προσπάθεια όμως η σύμπραξή του με τον ιδιωτικό τομέα δυσχεραίνεται από την αδιαφορία της κυβέρνησης να αναζητήσει συμπληρωματικούς πόρους από αυτόν αλλά και με την εχθρική της στάση απέναντί του. Η απαλλαγμένη από συμφέροντα, με κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, άντληση πόρων από ιδιώτες και επιχειρήσεις θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ικανό τρόπο εξομάλυνσης των οικονομικών δυσκολιών του ΑΠΘ.
Συνοψίζοντας, το πανεπιστήμιο διανύει μια περίοδο δυσκολιών οι οποίες αφορούν και το οικονομικό «κομμάτι» του με το κράτος να αδιαφορεί για το πώς αυτό θα μπορέσει να «επιβιώσει» σαν οργανισμός καλύπτοντας επαρκώς τις ανάγκες όσων φοιτούν σε αυτό.
Του Παρμενιων(Πάρη) Μαυρικάκη.